To 2009 υπήρξε έτος παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, σε βαθμό που πολλοί να θεωρούν την τρέχουσα οικονομική συγκυρία συγκρίσιμη με εκείνη της μεγάλης ύφεσης του 1930. Οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις προχώρησαν στη λήψη σημαντικών μέτρων προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ρευστότητας στις αγορές και της ταυτόχρονης αποτροπής φαινόμενων χρεοκοπίας στο χρηματοοικονομικό κλάδο.
Οι τιμές του αλουμινίου υποχώρησαν περίπου 60% από τα υψηλά του Ιουνίου του 2008, και παρέμειναν αρκετά χαμηλότερα από τα μακροπρόθεσμα μέσα επίπεδα. Όσον αφορά στα θεμελιώδη μεγέθη το αλουμίνιο παρουσίασε την πιο αδύναμη εικόνα σε σχέση με τα άλλα βασικά μέταλλα. Η ζήτηση ήταν μειωμένη κατά 8,2% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο ενώ και η παραγωγή σημείωσε πτώση κατά 5,9%.
Τα αποθέματα συνέχισαν να συσσωρεύονται με γοργό ρυθμό, φτάνοντας κάποια στιγμή να αυξάνονται κατά μέσο όρο 20 χιλ. τον. την ημέρα. Καθώς η ζήτηση παρουσιαζόταν ιδιαίτερα αδύναμη, και παρότι οι τιμές του αλουμινίου κατά το α' τριμήνου βρέθηκαν χαμηλότερα από το οριακό κόστος για την πλειοψηφία των παραγωγικών μονάδων ανά τον κόσμο, οι παραγωγοί δεν προχώρησαν άμεσα στις απαραίτητες περικοπές.
Οι τιμές παρουσίασαν την πρώτη ανοδική αντίδραση μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης της Κίνας να προχωρήσει σε αύξηση των στρατηγικών της αποθεμάτων. Οι τοπικές τιμές του αλουμινίου (Shangai Metal Exchange) αυξήθηκαν σε σχέση με αυτές του London Metal Exchange (προκαλώντας συνθήκες arbitrage) γεγονός που ενίσχυσε τις εισαγωγές και στήριξε τεχνητά τις τιμές παρότι τα αποθέματα δεν παρουσίασαν μείωση (ένδειξη ότι επιπλέον περικοπές της παραγωγής ήταν απαραίτητες). Η κυβέρνηση της Κίνας, με σκοπό την προστασία της βιομηχανικής παραγωγής και της διαφύλαξης θέσεων εργασίας, επέτρεψε στις εγχώριες μονάδες να εξασφαλίσουν ευνοϊκές συμφωνίες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.
Μετά από ένα ιδιαίτερα αδύναμο α' τρίμηνο, οι τιμές του αλουμινίου κατέγραψαν σημαντικές αποδόσεις. Παρά το γεγονός ότι τα αποθέματα παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, ως επακόλουθο της κατάρρευσης της ζήτησης, οι μακροπρόθεσμες χρηματοδοτικές συμφωνίες εμφανίστηκαν πολύ ελκυστικές τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους παραγωγούς. Υπολογίζεται ότι ποσοστό 70% - 75% των συνολικών αποθεμάτων βρέθηκε δεσμευμένο σε τέτοιου είδους χρηματοδοτικές συμφωνίες, δημιουργώντας ελλείψεις στην πραγματική αγορά και ιδιαίτερα στην αγορά spot.