Μέγεθος κειμένου + -
Ανθρακικά Ουδέτερος Ιστοχώρος
Λογιστική Αντιστάθμισης

Λογιστική Αντιστάθμισης

Τα παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία όπως είναι τα Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης Εμπορευμάτων (Commodity Futures) και τα Προθεσμιακά Συμβόλαια Νομισμάτων (Currency Forwards), χρησιμοποιούνται για την διαχείριση του κινδύνου που συνδέεται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες  της Εταιρείας καθώς και του κινδύνου που σχετίζεται με τη χρηματοδότηση αυτών των δραστηριοτήτων.

Με την έναρξη της αντισταθμιστικής συναλλαγής και την επακόλουθη χρήση των παράγωγων χρηματοοικονομικών στοιχείων, η Εταιρεία τεκμηριώνει την αντισταθμιστική σχέση μεταξύ του αντισταθμιζόμενου στοιχείου και του μέσου αντιστάθμισης αναφορικά με την διαχείριση κινδύνου και την στρατηγική ανάληψης της συναλλαγής. Η Εταιρεία ακόμη τεκμηριώνει την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αντιστάθμισης όσον αφορά τον συμψηφισμό των μεταβολών στην εύλογη αξία ή των ταμιακών ροών των αντισταθμιζόμενων στοιχείων, τόσο κατά την έναρξη της αντισταθμιστικής σχέσης όσο και σε συνεχιζόμενη βάση.

Όλα τα παράγωγα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αρχικώς αναγνωρίζονται στην εύλογη αξία κατά την ημερομηνία διακανονισμού και ακολούθως αποτιμώνται στην εύλογη αξία. Τα παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία απεικονίζονται στα περιουσιακά στοιχεία όταν η εύλογη αξία είναι θετική και στις υποχρεώσεις όταν η εύλογη αξία είναι αρνητική.

Όταν τα παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία δεν μπορούν να αναγνωριστούν σαν μέσα αντιστάθμισης, οι μεταβολές στην εύλογη αξία τους αναγνωρίζονται στην Κατάσταση Αποτελεσμάτων.

Υπάρχουν τρία είδη αντισταθμιζόμενων σχέσεων:

 

Α. Αντιστάθμιση της Εύλογης Αξίας

Αντιστάθμιση εύλογης αξίας είναι η αντιστάθμιση της έκθεσης στη διακύμανση της εύλογης αξίας αναγνωρισμένου περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης ή μη αναγνωρισμένης βέβαιης δέσμευσης ή μέρος αυτών που οφείλεται σε συγκεκριμένο κίνδυνο και θα μπορούσε να επηρεάσει τα αποτελέσματα. Εάν η αντιστάθμιση της εύλογης αξίας πληροί τα κριτήρια της λογιστικής αντιστάθμισης, τότε θα αντιμετωπίζεται λογιστικά ως εξής: το κέρδος ή η ζημία από την εκ νέου επιμέτρηση του μέσου αντιστάθμισης στην εύλογη αξία θα αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα. Για τα μη παράγωγα μέσα αντιστάθμισης που χρησιμοποιούνται για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο από ξένο νόμισμα, μόνο το στοιχείο σε ξένο νόμισμα της λογιστικής του αξίας, θα αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα – ολόκληρο το μέσο χρειάζεται να επιμετρηθεί ξανά. Το κέρδος ή η ζημιά στο αντισταθμιζόμενο στοιχείο που αποδίδονται στον αντισταθμιζόμενο κίνδυνο πρέπει να αναγνωρίζονται απευθείας στα αποτελέσματα προκειμένου να αντισταθμίσουν την μεταβολή της λογιστικής αξίας του μέσου αντιστάθμισης. Αυτό εφαρμόζεται για στοιχεία που αναγνωρίζονται στο κόστος κτήσης και για τα διαθέσιμα προς πώληση χρηματοοικονομικά στοιχεία. Κάθε αναποτελεσματικότητα αντιστάθμισης αναγνωρίζεται απευθείας στα αποτελέσματα.

 Β. Αντιστάθμιση Ταμειακών Ροών

Με την αντιστάθμιση των ταμειακών ροών, η επιχείρηση προσπαθεί να καλύψει τους κινδύνους που προκαλούν μεταβολή στις ταμειακές ροές και προέρχονται από ένα στοιχείο του ενεργητικού ή μία υποχρέωση ή μία μελλοντική συναλλαγή και η μεταβολή αυτή θα επηρεάσει το αποτέλεσμα της χρήσης. Παραδείγματα της αντιστάθμισης των ταμιακών ροών της Εταιρείας περιλαμβάνουν μελλοντικές συναλλαγές σε ξένο νόμισμα που υπόκεινται σε μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες καθώς και μελλοντικές πωλήσεις αλουμινίου που υπόκεινται σε μεταβολές στις τιμές πώλησης. Οι μεταβολές στην λογιστική αξία του αποτελεσματικού μέρους του μέσου αντιστάθμισης αναγνωρίζονται στα Ίδια Κεφάλαια σαν «Αποθεματικό» ενώ το αναποτελεσματικό μέρος αναγνωρίζεται στην Κατάσταση Αποτελεσμάτων Χρήσης. Τα ποσά που συσσωρεύονται στα ίδια κεφάλαια μεταφέρονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης στις περιόδους που τα αντισταθμιζόμενα στοιχεία αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα όπως σε μία προσδοκώμενη πώληση. Όταν ένα στοιχείο αντιστάθμισης ταμιακών ροών εκπνεύσει ή πωληθεί, διακοπεί ή ασκηθεί χωρίς να αντικατασταθεί ή όταν ένα αντισταθμιζόμενο στοιχείο δεν πληροί πλέον τα κριτήρια για την λογιστική αντιστάθμισης, κάθε σωρευτικό κέρδος ή ζημιά που υπάρχει στα ίδια κεφάλαια εκείνη την στιγμή παραμένει στα ίδια κεφάλαια και αναγνωρίζεται όταν η προσδοκώμενη συναλλαγή πραγματοποιηθεί. Εάν η σχετιζόμενη συναλλαγή δεν αναμένεται να πραγματοποιηθεί, το ποσό μεταφέρεται στα αποτελέσματα.

Γ. Αντισταθμίσεις μίας Καθαρής Επένδυσης

Οι αντισταθμίσεις μιας καθαρής επένδυσης σε εκμετάλλευση στο εξωτερικό αντιμετωπίζονται λογιστικά κατά τρόπο συναφή με τις αντισταθμίσεις ταμιακών ροών. Κάθε κέδρος ή ζημιά του αντισταθμιστικού μέσου που τεκμηριώνεται ως αποτελεσματική αντιστάθμιση αναγνωρίζεται απευθείας στα ίδια κεφάλαια. Το αναποτελεσματικό μέρος του κέρδους ή της ζημιάς αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα. Τα κέρδη και οι ζημιές που συγκεντρώνονται στα ίδια κεφάλαια αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα κατά την διάθεση της εκμετάλλευσης στο εξωτερικό.

Προσδιορισμός των ευλόγων αξιών

Η εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων που διαπραγματεύονται σε ενεργές αγορές (χρηματιστήρια), προσδιορίζεται από τις δημοσιευόμενες τιμές που ισχύουν κατά την ημερομηνία του ισολογισμού. Η εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων που δεν διαπραγματεύονται σε ενεργές αγορές προσδιορίζεται με την χρήση τεχνικών αποτίμησης και παραδοχών που στηρίζονται σε δεδομένα της αγοράς κατά την ημερομηνία του ισολογισμού.